Οι Rage ήταν από τους πρώτους που επιχείρησαν να “παντρέψουν” την κλασσική μουσική με το metal, όταν το 1996 κυκλοφόρησαν το “Lingua Mortis”, όπου έδωσαν νέα διάσταση σε παλιότερα κομμάτια τους με τη συνοδεία ορχήστρας. Από τότε το στοιχείο αυτό υπάρχει σχεδόν σε όλα τα βήματα τους, άλλοτε με ολόκληρους δίσκους όπως το πανέμορφο “XIII” και άλλοτε με μεμονωμένα τραγούδια μέσα σε αμιγώς metal κυκλοφορίες, όπως τα “Empty Hollow” και “Suite Lingua Mortis”. Το 2011 όμως, αποφάσισαν να διαχωρίσουν τα δύο αυτά πρόσωπά τους, κυκλοφορώντας τον επόμενο χρόνο το επιθετικό και full metal “21” και φέτος το “LMO” υπό την ονομασία Lingua Mortis Orchestra, με σκοπό να σταματήσουν το διχασμό των οπαδών τους που προτιμούσαν μόνο το ένα από τα δύο στοιχεία της μουσικής τους.
Έτσι, έχουμε τον πρώτο δίσκο αυτού του side project, που αποτελείται προφανώς από τους Rage, 2 γυναικείες φωνές, τον Henning Basse (Sons of Seasons, Metalium) σε lead και backing vocals και τη φιλαρμονική ορχήστρα της Βαρκελώνης με special guest την Inspector Symphony Orchestra. Είναι σαφές πως πρόκειται για ένα μεγαλόπνοο project που μετράει πάνω από 100 συνολικά συμμετέχοντες, του οποίου ηγείται ο τρομερά αδικημένος κιθαρίστας με τεράστια μουσική παιδεία, Victor Smolski, που πέρα από την κιθάρα, τα πλήκτρα και το τσέλο, έχει αναλάβει σχεδόν εξολοκλήρου τη σύνθεση των κομματιών, την παραγωγή (μαζί με τον γνωστό Charlie Bauerfeind) και τη διεύθυνση της ορχήστρας. Έτσι, πιστοποιείται για άλλη μια φορά η τυφλή εμπιστοσύνη που του δείχνει ο Peavy, που ουσιαστικά του έχει δώσει τα “κλειδιά” της μπάντας τα τελευταία χρόνια.
Ο δίσκος αποτελείται από 8 ολοκαίνουρια τραγούδια (η special έκδοση περιέχει και 2 επανεκτελέσεις παλιότερων Rage τραγουδιών με συνοδεία ορχήστρας, τα “One More Time” και “Straight to Hell”) τα οποία δεν πέφτουν κάτω από τα 6 λεπτά σε διάρκεια και πατάνε στον ήχο της Rage meets orchestra εποχής Smolski που αναφέραμε και παραπάνω, δηλαδή αρμονική συνύπαρξη του metal και συμφωνικού στοιχείου, πομπώδη refrain και συχνές εναλλαγές μεταξύ ευφάνταστων riffs και κλασσικών θεμάτων. Η μεγαλύτερη διαφορά σε σχέση με το παρελθόν, έγκειται στο ότι η κιθάρα έχει οπισθοχωρήσει αισθητά, δίνοντας χώρο στην ορχήστρα και στα φωνητικά, όπου πλέον ο Peavy δοκιμάζει τις δυνάμεις του σε ντουέτα. Και αν η σοπράνο Dana Harnge είναι πολύ καλή και δίνει άλλον αέρα στα κομμάτια, η Jeannette Marchewka δυστυχώς δε στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, έχοντας κάπως άχρωμη χροιά με αποτέλεσμα οι ερμηνείες της να είναι λίγο ψυχρές, όπως γίνεται εμφανές στην μπαλάντα “Lament”.
Από τα υπόλοιπα τραγούδια, το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα του δίσκου είναι σίγουρα το εναρκτήριο “Cleansed in Fire” που θυμίζει έντονα το “Empty Hollow” σε σημεία και έχει όλα τα στοιχεία της μπάντας σε υπερθετικό βαθμό. Ευτυχώς δεν υπάρχει κανένα filler, όλα τα τραγούδια έχουν το ρόλο τους, με τα “Devil’s Bride” (με το Blind Guardian refrain του και τα εντελώς power metal περάσματα του) και το προσωπικό αγαπημένο “Eye for an Eye” να ξεχωρίζουν. Τέλος, το άλμπουμ δε θα μπορούσε να μην είναι concept. Ο Peavy επέλεξε αυτή τη φορά να μας πει μια αληθινή ιστορία βγαλμένη από το μεσαίωνα και τις εποχές του σκοταδισμού, όπου κυριαρχούσε το κυνήγι των “μαγισσών” και δικαιώθηκε, αφού το θέμα ταιριάζει απόλυτα με τη μουσική.
Συνοψίζοντας, έχουμε μια πραγματικά μεγάλη προσπάθεια που αξίζει να στηριχθεί από οποιονδήποτε έχει την παραμικρή σχέση με το σκληρό ήχο, τη συμφωνική μουσική ή και τα 2. Είναι ακόμα ένα πολύ καλό σημείο για να ξεκινήσει κάποιος που δεν έχει ασχοληθεί με τους Rage, ένα ταξίδι στην πλούσια δισκογραφία τους. Ας ελπίσουμε να έχει και συνέχεια αυτή η συνεργασία, γιατί θα είναι πραγματικά κρίμα να σταματήσει εδώ.
ΓΙΑ ΤΟ RECKONING HOUR / METAL REVOLT
Morphine Child
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ: 27 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2013




